Όταν ξεκίνησα να σκέφτομαι αυτό το ποστ, ακολούθησε ένας πανέμορφος εσωτερικός διάλογος, ο οποίος και καταλήγει στον ως άνω τίτλο. Τι εννοώ; Ναι, θα σας γράψω εγώ για αυτά που θέλω να σας γράψω, εσείς θα αρχίσετε το κράξιμο (λογικό και αναμενόμενο), εγώ θα τα περάσω στην πλάκα γιατί είμαι συνηθισμένη και γιατί μπορεί εν μέρει να έχετε και δίκιο, θα εξηγήσω όμως τη θέση μου, κάποιοι θα καταλάβετε, κάποιος θα γυρίσει και θα πει τη μαλακία που ξεπερνάει τα όρια, μια που θα του την πω κι εγώ γιατί δεν είμαι συνηθισμένη να μην απαντάω στις προκλήσεις και στα "στρωσίματα", κάποιος άλλος θα πει "ναι μωρέ, δεν εννοούσε αυτό το παιδί", εγώ θα τα πάρω περισσότερο γιατί θα αρχίσουμε τους δικηγόρους του διαβόλου και καθόλου δεν τους συμπαθώ, να το ξέρετε, φφφφφφφφφφφιου, οπότε....(παύση-αεροπλάνο-βύσσινο-τίτλος)
Και μετά το παραλήρημα, μπορώ να ξεκινήσω το σοβαρό κομμάτι τούτου του ποστ.
Πήγα. Πήγα και τον είδα. Ακόμη μια φορά. Για ακόμη μια τέτοια βραδιά. Η φωνή του, στα δικά μου αυτιά, καθαρή και κρυστάλλινη. Η χροιά του, απαράλλακτη. Ο ίδιος, στα δικά μου μάτια, απλή αντανάκλαση της μαγείας της φωνής του. Τα τραγούδια του, στις δικές μου σκέψεις, κι από μια ανάμνηση το καθένα. Ξεκίνησε επιβλητικά. Δεν έχω μάτια να σε δω, καρδιά να σου μιλήσω, πέσαν τα χέρια μου νεκρά και πως να σε κρατήσω... Δεν ξέρω για πόση ώρα παγιδεύτηκα στις σκέψεις μου, αφήνοντας στην εξωτερική μου εικόνα ένα μόνιμο χαμόγελο στα χείλη και τη συγκίνηση στα μάτια. Ξέρω μόνο ότι ταξίδευα.
Στο πεπρωμένο σου να δίνεις σημασία και να προσέχεις πως βαδίζεις στη ζωή, όταν κοιμάσαι άλλος γράφει ιστορία και κάποιος παίζει τη δική σου τη ζωή... και ο κόσμος να συνοδεύει το ρυθμό ως άλλο μουσικό όργανο.
Γύρνα τις ώρες που χάθηκαν απόψε, κοίτα που φεύγεις πώς κλαίει το δειλινό... και το δάκρυ να πολεμά να ανέβει, να ελευθερωθεί. Ανέκαθεν με συγκινούσε αυτό το τραγούδι.
Παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια μας, γιατί τ' άδικο το ζούμε μέσα από τη κούνια μας... και να θυμάμαι το καλό μου φιλαράκι που δεν παραλείπει ποτέ να μου το αφιερώνει, εδώ και 8 χρόνια.
Όπως όλοι - ή τουλάχιστον οι περισσότεροι - θα καταλάβατε, μιλάω για την μουσική παράσταση Όλα από την αρχή με τον Γ. Νταλάρα στο Θέατρο Παλλάς. Έχω από τα παιδικά μου χρόνια μεγάλη αδυναμία στον κύριο. Και θα μου πεις, μικρό ήσουνα, δεν ήξερες. Μετά, που μεγάλωσες;;;; Μπα... Το μόνο που άλλαξε ήταν να μην επικεντρώνομαι στον άνθρωπο, δεν είχα βλέψεις να τον παντρευτώ. Ούτως ή άλλως, η φωνή του πάντα το ίδιο αποτέλεσμα είχε πάνω μου. Και αυτός είναι και ο μόνιμος διαπληκτισμός με τους λοιπούς συναγωνιστές. Αλλά, είπαμε. Χούγια είναι αυτά. Κανείς δεν είναι τέλειος.
Αχ χελιδόνι μου, πως να πετάξεις σ' αυτόν το μαύρο τον ουρανό... σε ανοικτή ακρόαση, γιατί ξέρω πόσο σου αρέσει και πως είναι το μοναδικό ίσως που σε κάνει να σταματάς να τον κράζεις...
Αυτό που μου έκανε πραγματικά μεγάλη εντύπωση και αξίζουν πολλά-πολλά συγχαρητήρια είναι η ορχήστρα. Πραγματικά, άξιζε το χειροκρότημα. Αυτό και άλλο τόσο. Και οι λοιποί συν-τραγουδιστές του, καλά τα πήγαν. Αυτό που με χάλασε (ναι, συνέβη και αυτό) ήταν πως ο χώρος και το όλο θέμα, δεν του πήγαινε. Δεν μπορείς να το χαρείς σε ένα κλειστό θέατρο, καθισμένος αναγκαστικά σε καρέκλα, χωρίς ποτό, χωρίς τσιγάρο, χωρίς να σου επιτρέπεται να εξωτερικεύσεις το γεγονός ότι περνάς καλά σε κάτι άλλο εκτός από ένα χειροκρότημα.
Και ύστερα, μας χαιρέτησε. Μπα... δεν γίνεται. Δεν το πε... Δεν γίνεται να μην το πει. Δεν επιτρέπεται. Εντάξει... με αυτό μας καληνύχτησε...
Μη μου θυμώνεις μάτια μου, που φεύγω για τα ξένα, πουλί θα γίνω και θα'ρθώ πάλι κοντά σε σένα... Άνοιξ' το παραθύρι σου, ξάνθε βασίλικέ μου, και με γλυκό χαμόγελο, μια καληνύχτα πες μου....
Και να σας πω... αν ήμουν οπαδός της λογοκρισίας, θα έκλεινα τα κόμμεντς. Αλλά, να... δεν είμαι τέτοιος τύπος. Ξεδώστε....
(σπέσιαλ θένκς αξίζουν στην αγαπημένη μου φιλενάδα που ήρθε μαζί μου. Ήρωας.)