
Ξαφνιάστηκα. Σπασμωδικές κινήσεις με έκαναν να κοιτάω αριστερά-δεξιά μου, μήπως τα λόγια προέρχονταν από αλλού. Από ένα αλλού τόσο όμοιο με μένα;;;
Προχώρησα. Η Χαρικλώ στεκόταν, πιστή σύντροφος, τρυφερή μάνα, με ένα απαλό χαμόγελο στα χείλη. Έσκυψα το κεφάλι και έκλεισα τα μάτια, νεύμα ευχαρίστησης και αποδοχής του μύθου που έφερε τον μάντη μπροστά μου. Άρχισε να μιλάει, να συνεχίζει το προηγούμενο δικό μου παραλήρημα. Μη χαθείς, να μείνεις πάντα εδώ, τα σκαλιά σου δώσ’ μου ν’ ανεβώ, κι αν γλιστρήσω θ’ αφεθώ μες το κενό, να σ’ αγαπώ. Κι όμως. Αυτό το αλλού ήταν τόσο όμοιο με μένα.
Ξαφνικά τα λόγια μας ταίριαξαν, πιάστηκαν χέρι-χέρι και έφυγαν για το παιχνίδι της επανάληψης. Η Ηχώ ξεπήδησε από το βράχινο σπίτι που της χάρισαν οι Θεοί και μου έκλεισε το μάτι. Η μελωδική φωνή της έκανε τα λόγια να μοιάζουν άσμα συνοδευόμενο από τον αυλό που της δίδαξαν οι Μούσες. Μέσα στα μάτια της διάβασα τον θρύλο. Και ορκίστηκα. Ορκίστηκα να μην κυνηγήσω τον Νάρκισσο. Ορκίστηκα να μην αφήσω κανέναν να με κάνει να χάσω την φυσική μου υπόσταση. Ορκίστηκα να περιφρονήσω τον έρωτα του σάτυρου. Ορκίστηκα να φορέσω, ως άλλος Απόλλωνας, ένα κλαδί Δάφνης στο κεφάλι μου, και να παρηγορηθώ όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλω. Η Ηχώ ξανακλείστηκε στο σπίτι της και οι όρκοι μου σκόρπισαν σε όλο το δάσος σαν πορφυρά ρόδα με αβέβαιη πορεία προς το έδαφος, τρικλίζοντας στον άνεμο.
Ένα πέταλο ήρθε και στάθηκε στον ώμο μου. Το πήρα στοργικά στις παλάμες μου και το φύσηξα, με πνοή από τα βάθη της ευτυχίας, ως άλλον κλέφτη που τον στέλνει ένα παιδί να του βρει τη χαρά. Το ρόδο ξεκίνησε να φύγει έως ότου βρήκε τις παλάμες της Αδράστειας. Η Ίδη φαινόταν ελάχιστα πίσω από τον δεξί της ώμο, ανέκφραστη να παρακολουθεί τις κινήσεις της αδελφής της. Το ρόδο είχε σύντομο ταξίδι. Οι νύμφες θα το έδιναν τροφή στην Αίγα Αμάλθειας, προκειμένου να δυναμώσει, να παράγει το πολύτιμο γάλα της προτού το θεϊκό βρέφος λαίμαργα το καταβροχθίσει.
Συνέχισα την περίεργη περιπλάνηση στα μονοπάτια. Ίσως η ελπίδα να βρω τις απαντήσεις που ψάχνω να με ακολουθούσε, ίσως να προπορευόταν κιόλας. Ίσως και να είχε κρυφτεί μέσα μου, από φόβο. Οι σκέψεις μου με έκαναν να σκοντάψω πάνω σε κάτι. Όταν είδα τι είναι, μειδίασα. Μια πανέμορφη ζυγαριά, βγαλμένη από τον γρίφο με τον Αρχιμήδη. Πως θα το καταφέρω; Πώς θα μαζέψω όλα τα απαραίτητα υλικά που πρέπει να βάλω σε κάθε μεριά της, ώστε το αποτέλεσμα να βγει σωστό; Πως θα είμαι σίγουρη ότι το αποτέλεσμα που θα βγει δεν θα έχει αλλοιωθεί από την βαρύτητα που δίνω εγώ, επηρεασμένη από την ψυχολογία του δάσους, στα απαραίτητα υλικά;;;;
Ο χρόνος σταμάτησε εκεί. Κάτι γεννήθηκε στα μάτια μου. Κάτι έδωσε φτερά στο σώμα μου. Και ακόμα αιωρούμαι…
(το παρόν βγαίνει κατ' αίτημα του φίλτατου και του αφιερώνεται!)